Πόλεις σε ψηφιακή μετάβαση: Δεδομένα, προκλήσεις & περιορισμοί

Γράφει ο ΓΑΒΡΙΗΛ Α. ΚΟΥΡΗΣ
Γενικός Γραμματέας Δήμου Μινώα Πεδιάδας
Κοινωνικός-Πολιτικός Επιστήμων, B.A., M.Sc., Ph.D.(c)

g_kouris-1

Πριν από λίγους μήνες, το δημοτικό συμβούλιο Καλαμάτας αποφάσισε τη διακοπή της λειτουργίας του δικτύου 5G* η οποία είχε ξεκινήσει σε πιλοτικό στάδιο στην πόλη – στο πλαίσιο υλοποίησης ενός έργου ανάπτυξης υποδομών ασύρματων δικτύων τελευταίας γενιάς σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα – επικαλούμενο λόγους δημόσιας υγείας…

Η απόφαση αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε ποικίλα σχόλια και καυστικές ανακοινώσεις, μεταξύ των οποίων και της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας η οποία είχε αναλάβει την κατασκευή των δικτύων, η οποία έκανε λόγο για «τεχνοφοβία και ψηφιακό αναλφαβητισμό που απειλούν να μας πάνε δεκαετίες πίσω»… Ταυτόχρονα, η ανωτέρω απόφαση «πυροδότησε» στη δημόσια σφαίρα τη συζήτηση για το αν η εγκατάσταση και λειτουργία τέτοιων τεχνολογικών υποδομών στις πόλεις, γίνεται με επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και με πρώτιστο μέλημα τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και κατά συνέπεια την προστασία των πολιτών και του περιβάλλοντος, όπως επίσης και για το αν – τελικά – οι ελληνικές πόλεις μπορούν να κάνουν πράξη την ψηφιακή “επανάσταση”, τοποθετώντας την ηλεκτρονική διακυβέρνηση στον πυρήνα των προτεραιοτήτων πολιτικής τους.

Το παραπάνω ωστόσο γεγονός, πέραν των άλλων, κατέδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού στις ελληνικές πόλεις αποτελεί ένα ζήτημα αρκετά σύνθετο, που απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική προσέγγιση και έναν εξειδικευμένο σχεδιασμό, ο οποίος δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο στην ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών, ούτε μπορεί να χαρακτηρίζεται από μια λογική a la carte δημόσιας πολιτικής.

Στο πλαίσιο αυτό και αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που εμπεριέχονται σε μια τέτοια μετασχηματιστική διαδικασία, αξίζει να εστιάσουμε σε ορισμένες βασικές παραδοχές αλλά και σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με την ψηφιακή διακυβέρνηση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ειδικότερα:

1. Η τεχνολογική εξέλιξη επηρεάζει τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητα των πολιτών, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για τις πόλεις και επανακαθορίζοντας έτσι το μοντέλο οργάνωσης, λειτουργίας και δράσης τους σε όλους σχεδόν τους τομείς. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως ο εγγύτερος στον πολίτη θεσμός, οφείλει επομένως να αντιμετωπίσει την πρόκληση αυτή με τρόπο δημιουργικό και αποτελεσματικό, αξιοποιώντας  τις τεράστιες ευκαιρίες που δημιουργούνται από την χρήση σύγχρονων τεχνολογικών λύσεων που αυξάνουν τη παραγωγικότητα, μειώνουν το κόστος και βελτιώνουν τις παροχές των πόλεων προς τους πολίτες.

2. Τα τελευταία χρόνια, αρκετές ελληνικές πόλεις έχουν πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα προόδου στον τομέα του ψηφιακού μετασχηματισμού και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Πόλεις όπως τα Τρίκαλα, το Ηράκλειο, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη κ.α., αποτελούν μια κατηγορία «μπροστάρηδων» Δήμων που επενδύουν στις νέες τεχνολογίες για να κάνουν τη ζωή των πολιτών τους ευκολότερη. Οι πόλεις αυτές, δουλεύουν στη βάση ενός μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού, αναπτύσσοντας ψηφιακές υπηρεσίες και εργαλεία για όλους τους πολίτες και προωθώντας την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, τη διαφάνεια και τη συμμετοχικότητα στη λήψη αποφάσεων.

Βασικό χαρακτηριστικό  αυτής της κατηγορίας πόλεων είναι ότι το στελεχιακό δυναμικό τους – αιρετό και υπηρεσιακό – αναγνωρίζει τα οφέλη των επενδύσεων στις ΤΠΕ και αντιλαμβάνεται ότι η ελαχιστοποίηση της φυσικής επαφής του πολίτη με τις υπηρεσίες του Δήμου, ο ψηφιακός μετασχηματισμός των λειτουργιών και παροχών του Δήμου, τα ανοιχτά δεδομένα και η δεδομενοκεντρική λειτουργία των πόλεων συνιστά υποχρέωση της δημοτικής διοίκησης προς τους πολίτες, με πολλαπλά οφέλη και για τα δύο μέρη.

3. Σ’ ένα αρκετά μεγάλο αριθμό ελληνικών πόλεων, οι έννοιες της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, του ψηφιακού μετασχηματισμού και των ανοιχτών και μεγάλων δεδομένων (open and big data), απουσιάζουν παντελώς από τη δημοτική ατζέντα και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Και αυτό συμβαίνει διότι, ούτε οι ίδιες οι πόλεις ως οργανισμοί αλλά ούτε το ανθρώπινο δυναμικό αυτών – αιρετό και υπηρεσιακό – δεν έχουν εκπαιδευτεί ποτέ οργανωμένα και συστηματικά για να κατανοήσουν την ανάγκη και να γνωρίσουν τα οφέλη αυτής της «επένδυσης»…

«Μα εδώ δεν έχουμε πόρους και έσοδα για να κάνουμε έργα, δρόμους, πλατείες, σχολεία… θα ασχοληθούμε με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση;» είναι μια επιχειρηματολογία που συχνά υιοθετείται από στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης για να δικαιολογηθεί η αδυναμία ή/και η άρνηση προώθησης τέτοιων πολιτικών. Και εδώ υπεισέρχεται, εν πολλοίς, και το ζήτημα της κουλτούρας…

4. Η ανάπτυξη και εδραίωση πολιτικών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση χαρακτηρίζεται από σημαντικούς περιορισμούς που απορρέουν τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό περιβάλλον. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό αυτό που αναφέρουμε, μπορεί κάποιος να διερωτηθεί για τα εξής:

  • Πως μπορεί να γίνει πράξη η ηλεκτρονική διακυβέρνηση και να αναπτυχθούν ψηφιακές υπηρεσίες στο σύνολο των Δήμων, όταν απουσιάζει ένας κεντρικός στρατηγικός σχεδιασμός για έργα και δράσεις Τ.Π.Ε. στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και όταν ζητήματα, όπως η καθιέρωση ενιαίων διαδικασιών και προτύπων στους ΟΤΑ, βρίσκονται πολύ χαμηλά στην ατζέντα πολιτικής;
  • Πως θα επιτύχουν οι Δήμοι τη μετάβαση στη ψηφιακή εποχή χωρίς το αναγκαίο στελεχιακό δυναμικό; Πως είναι δυνατόν να συζητάμε για ανάπτυξη, λειτουργία και εκσυγχρονισμό τεχνολογικών δικτύων, υποδομών και υπηρεσιών σε Δήμους που δεν διαθέτουν ούτε ένα στέλεχος πληροφορικής, άρα δεν διαθέτουν την αναγκαία επιστημονική υποστήριξη και τεχνογνωσία;
  • Πόσο εφικτός είναι ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός των παρεχόμενων υπηρεσιών ενός Δήμου, όταν απουσιάζει από την εκάστοτε διοίκηση – αιρετή ή υπηρεσιακή – η ισχυρή δέσμευση – και αντίληψη – για την υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων σε Τ.Π.Ε.;
  • Ως πότε θα αποτελεί «ταμπού» και τροχοπέδη – για την εξέλιξη των πόλεων στο ψηφιακό πεδίο – η συνεργασία με την ιδιωτική πρωτοβουλία και την ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία έως σήμερα χαρακτηρίζεται από την απουσία ενός σταθερού συνεργατικού μοντέλου όσον αφορά το σχεδιασμό, την υλοποίηση και τη λειτουργία των υποδομών Τ.Π.Ε. της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;

Ειδικά ως προς την τελευταία αυτή αναφορά, το παράδειγμα της πόλης του Σανταντέρ στην Ισπανία αποτελεί ένα case study το οποίο οφείλει αφενός να μας προβληματίσει και αφετέρου να μας καθοδηγήσει. Και αυτό διότι επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο το πως μπορεί μια πόλη να γίνει πραγματικά «έξυπνη» μέσα από την προσέλκυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και τη συνεργασία με τεχνολογικούς κολοσσούς της αγοράς – όπως η Google, η Microsoft, η IBM – με τη βοήθεια των οποίων υλοποιήθηκαν μια σειρά από καινοτόμες εφαρμογές – υπό το συντονισμό του οικείου Δήμου – για την παρακολούθηση του περιβάλλοντος, τον έλεγχο των χώρων στάθμευσης, την παρακολούθηση της κυκλοφορίας, την άρδευση των χώρων πρασίνου, την ενημέρωση και συμμετοχή των πολιτών, κ.α.

Την ίδια στιγμή που οι παραπάνω περιορισμοί λειτουργούν ανασταλτικά στην ψηφιακή μετάβαση των ελληνικών πόλεων, υπάρχουν τεχνολογικά ζητήματα αιχμής, όπως η αύξηση των ταχυτήτων πρόσβασης στο διαδίκτυο, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, της μηχανικής μάθησης, της ρομποτικής και των αυτοματισμών, σε συνδυασμό με τις ευκαιρίες και δυνατότητες που δημιουργεί το διαδίκτυο των πραγμάτων (Internet of Things),  τα οποία η Τοπική Αυτοδιοίκηση αδυνατεί – επί του παρόντος – να παρακολουθήσει με επάρκεια και τα οποία οφείλει σαφώς να ενσωματώσει στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της επόμενης ημέρας.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, μπορεί να ειπωθεί πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει – και μπορεί – να διαμορφώσει τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις για να προχωρήσει ο ψηφιακός μετασχηματισμός των ελληνικών πόλεων, στη βάση ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού ο οποίος θα προσδιορίζει τους στόχους, τα μέσα και τις ενέργειες που οφείλουν να γίνουν σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε κάθε Δήμος να αποκτήσει, έως το 2030, ένα ισχυρό οικοσύστημα καινοτομίας και τεχνολογικής ανάπτυξης.

Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να εξεταστεί και η δημιουργία ενός cluster έξυπνων και καινοτόμων πόλεων – υπό το συντονισμό των Υπουργείων Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Εσωτερικών και της Κ.Ε.Δ.Ε. – το οποίο μέσα από τη συνεργασία μεταξύ των εταίρων του αλλά και με τη σύμπραξη και ανταλλαγή τεχνογνωσίας με την ακαδημαϊκή κοινότητα και τον ιδιωτικό τομέα, θα μπορούσε να συνεισφέρει πολυεπίπεδα στην προώθηση του ψηφιακού μοντέλου διακυβέρνησης. Ένα τέτοιο δίκτυο θα είχε τη δυνατότητα αφενός να αναπτύξει ολοκληρωμένες ψηφιακές υπηρεσίες και εργαλεία για την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ενίσχυση της διαφάνειας και την προώθηση της συμμετοχικής διακυβέρνησης στους Δήμους και αφετέρου να συμβάλλει – ως key stakeholder – σε μια  οργανωμένη διαδικασία διάχυσης της τεχνολογικής καινοτομίας και μεταλαμπάδευσης της αποκτηθείσας γνώσης και κουλτούρας για την αποτελεσματική προσαρμογή και υλοποίηση πολιτικών ψηφιακού μετασχηματισμού σε όλους τους Δήμους της χώρας.

* Τα δίκτυα 5G αποτελούν την επόμενη γενιά σύνδεσης κινητών συσκευών στο διαδίκτυο, προσφέροντας πιο γρήγορες από ποτέ ταχύτητες αλλά και πιο αξιόπιστες συνδέσεις σε smartphones και άλλες συσκευές. Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, το 5G δίκτυο μπορεί να προσφέρει συνδέσεις έτη φωτός πιο γρήγορες από τις τρέχουσες συνδέσεις, με τις μέσες ταχύτητες λήψης (περίπου 1GBps) να θεωρούνται ο κανόνας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s